«Σας παρακαλώ, μην ακουμπάτε τη ζυγαριά!», με επέπληξε η αυστηρή υπάλληλος του σούπερ μάρκετ όταν ακούμπησα στο καθαγιασμένο (προφανώς) μηχάνημα τις πιπεριές Φλωρίνης μου κι έσκυψα προς τον κατάλογο, μήπως μπορέσω και εντοπίσω τον κωδικό, για να τον χτυπήσω και να συνεχίσω τα ψώνια μου. Είχε προηγηθεί άνω των 20 λεπτών αναμονή στη μοναξιά της άδειας μαναβικής του συνοικιακού παραρτήματος γνωστής αλυσίδας, κατά τη διάρκεια της οποίας κοπέλες πήγαιναν, τύποι έρχονταν, κανείς, όμως, δεν έκανε οπτική επαφή μαζί μου για να μου ζυγίσει τις δύο πιπεριές και να φύγω.

Γενικά, τον τελευταίο καιρό νιώθω πως η καθημερινότητα είναι μια σειρά συνεχών προκλήσεων, κάποιες εκ των οποίων κερδίζεις, κάποιες, όμως, τις χάνεις πανηγυρικά. Ένα ζωντανό Pokemon Go, στο οποίο όμως είναι πολλά αυτά τα σκατοPokemon που δεν μπαίνουν με τη μία στην Pokeball και τους ρίχνεις και ρίχνεις, κι αυτά ξαναβγαίνουν και ξοδεύεις όλα σου τα Pokeballs και τρέχεις να βρεις Pokestop για να γεμίσεις και ξαναγυρίζεις εκεί που ήταν το σκατοPokemon και περιμένεις και περιμένεις και αυτό έχει φύγει και πριν καλά καλά το καταλάβεις σε έχει βρει η νύχτα κουλουριασμένο στο κρεβάτι σου σε εμβρυακή στάση να κλαις γοερά σαν το βρέφος, ταυτόχρονα με όλα τα δίκια του κόσμου και χωρίς κανένα λόγο.

Πριν μπω στο σούπερ μάρκετ είχα κολλήσει πίσω από ένα φορτηγό που δεν ήξερε τι θέλει ακριβώς να κάνει. Αφού προσπάθησε να διπλοπαρκάρει έξω από το σούπερ μάρκετ αλλά απέτυχε (κυρίως γιατί ήμουν εγώ από πίσω και το σούπερ μάρκετ είναι σε έναν δρόμο με μία λωρίδα, που σημαίνει ότι δεν διπλοπάρκαρε αλλά απλά άφηνε το φορτηγό στη μέση του δρόμου με εμένα από πίσω να μην έχω πού να πάω), σκέφτηκε για λίγο να κλείσει την είσοδο ενός πάρκινγκ, αλλά ως εκ θαύματος δεν το έκανε. Αντιθέτως, πήγε λίγο πιο επάνω, προσπέρασε μια τεράστια θέση για περίπου 3-4 αυτοκίνητα (ευτυχώς για εμένα, γιατί πάρκαρα εκεί), οδήγησε λίγο πιο επάνω, και βόλεψε τη μισή του καρότσα σε μια γωνιακή θέση. Το υπόλοιπο φορτηγό έκλεισε κάθετα ένα στενό. Αλλά η μισή καρότσα ήταν οκέι. Στον κύριο που έπινε τον καφέ του στο μπαλκόνι και τον ρώτησε «συγνώμη, εδώ θα το αφήσετε;», απάντησε με την κλασική πια κίνηση του χεριού, αυτή που ο αντίχειρας τρίβει μερικές φορές τον δείκτη του ίδιου χεριού και συνοδεύεται από το σούφρωμα των χειλιών και το μισοκλείσιμο των ματιών. Ξέρεις ποια.

Δεν μας είναι άγνωστες αυτές οι σκηνές. Τις βλέπουμε τόσο συχνά, που πλέον τείνουμε να μην τις παρατηρούμε. Στο δεύτερο κατά σειρά σούπερ μάρκετ που πήγα (το πρώτο δεν είχε γιαούρτι με κεράσι, πώς να ζήσω) δεν με ξένισε ο κύριος που «στόλισε» με διάφορους χαρακτηρισμούς την ταμία που του ζήτησε να πάει σε κάποιο άλλο ταμείο γιατί αυτό ήταν express, για δέκα τεμάχια, κι εκείνος είχε (μετρημένα) 19. Όταν ήρθε ο προϊστάμενος λόγω της φασαρίας, της ζήτησε να τον εξυπηρετήσει και σε εμάς είπε «συγνώμη για την καθυστέρηση». «Εντάξει, δίκιο έχεις, αλλά κι εγώ βιαζόμουν», της έκανε τη χάρη στο τέλος και εξήλθε του καταστήματος σχεδόν εν μέσω χειροκροτημάτων για την ηρωική του παραδοχή. Κατεβαίνοντας τον είδα να ξεπαρκάρει από τη θέση για τις έγκυες. «Λογικό» σκέφτηκα «να θέλει να κάνει γρήγορα, κατούρημα θα τον είχε πιάσει». Ούτε με ξένισε ο κύριος με την ασημί Mercedes που χώθηκε και πάρκαρε στη θέση, όπου περίμενε να παρκάρει ένας άλλος κύριος, και ούτε το ότι, όταν ο δεύτερος του ζήτησε το λόγο, η απάντηση ήταν «έλα ρε αδερφέ, τόσες θέσεις έχει εδώ γύρω».

Αυτό που με ξενίζει, όμως, και δεν μπορώ να το ξεπεράσω είναι ακριβώς το ότι όλα αυτά δεν με ξενίζουν. Πώς έχουμε συνηθίσει αυτή την απόλυτη έλλειψη σεβασμού προς τον περίγυρό μας. Πώς το ότι ζούνε άνθρωποι γύρω μας, μας αφήνει παντελώς αδιάφορους. Πώς πάντα έχουμε δίκιο εμείς.

Και δεν είναι λίγες οι φορές τις τελευταίες μέρες που μου έρχεται στο μυαλό το τραγούδι τίτλων της σειράς ελληνικού καναλιού, που μπορεί να μην είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά συνοψίζει τα πάντα μέσα σε έξι λέξεις και ένα επιφώνημα:

«Όι όι όι όι, γιατί γεννήθηκα σ’ αυτό το σόι»….