Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που συμμετείχα σε μια κλασσική συζήτηση παρέας μουσικόφιλων (χωρίς να είναι απαραίτητο το να περιοριστούμε στη μουσική) σχετικά με το τι συνιστά στην πράξη το να είναι κάποιος καλλιτέχνης και πόσοι από τους σύγχρονους μουσικούς, ηθοποιούς κλπ αξίζουν πραγματικά ή όχι να φέρουν τον τίτλο αυτό.

Το ερώτημα που είχε τεθεί τότε, αφορούσε την κατάντια (κατ’ εμέ) του σύγχρονου hip hop και της σύγχρονης χορευτικής μουσικής σε σύγκριση με τα υψηλά στάνταρ που υπήρχαν κατά τα παλιά καλά χρόνια της δικής μου εφηβείας. Φυσικά η συζήτηση επεκτάθηκε και στα υπόλοιπα σύγχρονα χορευτικά και ποπ/ροκ χιτάκια, για τα οποία επικρατούσα άποψη είναι πως υπολείπονται σε ποιότητα έναντι των αντίστοιχων του παρελθόντος.

Συγκρίνετε, χάριν παραδείγματος, το «Thriller» του Michael Jackson με τα τραγούδια που ερμηνεύει ο Justin Timberlake (διόλου τυχαίος ο συσχετισμός) και οι σύγχρονοι ποπ «καλλιτέχνες». Τα κομμάτια του Μιχαλάκη τείνουν να θεωρούνται ποιοτικά, ενώ τα κομμάτια του Timberlake (που σε μεγάλο βαθμό «πατάνε» πάνω σε μονοπάτια τα οποία άνοιξε ο Jackson), θεωρούνται μη ποιοτικά.

Πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι στις συζητήσεις αυτές και άσχετα με το πώς αισθάνομαι για κάποιον τραγουδιστή/μουσικό και το είδος με το οποίο ασχολείται, η άποψη που υποστηρίζω είναι πως δεν έχω κανένα δικαίωμα να πω ότι κάποιος δεν είναι καλλιτέχνης. Και αυτό έχει να κάνει γιατί θέλω να πιστεύω ότι αναγνωρίζω και στηρίζω το δικαίωμα του καθενός να γουστάρει με όποιο είδος μουσικής διαλέγει και πως το ότι εμένα ενδεχομένως είδος αυτό της μουσικής να μη μου αρέσει, σε καμία περίπτωση δε μου δίνει το δικαίωμα να τον προσβάλλω υποβαθμίζοντάς το σε κάτι το οποίο δεν συνιστά καλλιτέχνημα.

Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω ότι έχω συλλάβει πολλές φορές τον εαυτό μου να ακούει για παράδειγμα κάποιο σκυλάδικο και ενστικτωδώς να στραβομουτσουνιάζω και να κατεβάζω χριστοπαναγίες για την ύπαρξη του συγκεκριμένου είδους μουσικής και όσους το εκπροσωπούν. Πιο πρόσφατη που μπορώ να θυμηθώ είναι εκείνη η αποφράδα μέρα κατά την οποία άκουσα γνωστό αοιδό του ελληνικού καψούρικου πενταγράμμου να κατακρεουργεί το «Nothing else matters» των Metallica (αν και η αλήθεια είναι ότι γέλασα μέχρι δακρύων με το video που έκαναν επί του θέματος στο «Ράδιο Αρβύλα»).

 

Ποιοτικοί Vs μη ποιοτικών

Για να μη μακρηγορώ (λίγο αργά το θυμήθηκα), το θέμα επανήλθε στο μυαλό μου χθες και σήμερα, με αφορμή αρχικά το άκουσμα του νέου κομματιού του Nick Cave, «Jesus Alone» (το video του οποίου ανέβηκε πριν μερικές μέρες στο youtube, αλλά εγώ το άκουσα μόλις χθες) και την είδηση ότι προβλήθηκε στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας το τρισδιάστατο ντοκιμαντέρ, με τίτλο «One More Time With Feeling» με το οποίο ο Cave (όπως δήλωσε ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ, Andrew Dominik) επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα σχετικά με τον θάνατο του γιου του. Υπενθυμίζεται ότι ο γιος του Cave, Arthur, σκοτώθηκε πέρσι τον Ιούλιο σε ηλικία 15 ετών όταν έπεσε από έναν γκρεμό και ενώ ο πατέρας του ηχογραφούσε το άλμπουμ «Skeleton Tree».

Η πρώτη σκέψη που έκανα διαβάζοντας για το ντοκιμαντέρ, ήταν το πόσο ο Cave είναι πραγματικός καλλιτέχνης που εκφράζεται με δημιουργικό τρόπο ακόμη και για ένα θέμα τόσο ακραία προσωπικό και βαρύ, όπως ο θάνατος του γιου του. Ακριβώς το ίδιο είχα σκεφτεί και όταν είδα για πρώτη φορά το «Lazarus» του David Bowie, ο οποίος διαχειρίστηκε με τον τρόπο αυτό κάτι εξίσου δύσκολο: Το δικό του επερχόμενο θάνατο και, μάλιστα, όχι επειδή επέλεξε ο ίδιος να πεθάνει, αλλά γιατί αρρώστησε.

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που με κάνει να αντιμετωπίζω το ντοκιμαντέρ του Cave και το δίσκο του Bowie ως μια καλλιτεχνική δημιουργία; Γιατί, πρέπει να παραδεχτώ ότι αν έκανε το ίδιο κάποιος «μη ποιοτικός» μουσικός από αυτούς που παράγουν χιτάκια για τα charts, το πρώτο πράγμα που θα σκεφτόμουν είναι ότι το κάνει για λόγους μάρκετινγκ προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί ακόμη και το ίδιο του το δράμα για να κερδίσει επιπλέον χρήματα…

 

Για το «One More Time With Feeling»

Παρεμπιπτόντως, ο σκηνοθέτης του «One More Time With Feeling», Andrew Dominik, μιλώντας για το ντοκιμαντέρ είπε ότι «δεν υπάρχει άλλος τρόπος για εκείνον (σ.σ. τον Cave) να μιλήσει σχετικά με το άλμπουμ χωρίς να αναφερθεί στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό ηχογραφήθηκε,  που δεν είναι άλλες από τον θάνατο του γιου του». «Δεν είναι ότι δεν θέλει να μιλήσει σχετικά με το τι συνέβη με τον Άρθουρ, αλλά νομίζω ότι δεν ήθελε να το κάνει μαζί με κάποιους ξένους… Επομένως η λύση του ήταν να κάνει μια ταινία, η οποία θα του προσέφερε ασφαλέστερο χώρο».

Ο Dominik πρόσθεσε ότι «η ταινία δεν είναι μια αφηγηματική ταινία, είναι σαν μια εμπειρία που θα σε κατακλύσει και η τεχνολογία 3D έχει μια πιο αισθησιακή ποιότητα», σημειώνοντας: «Δεν σκέφτεσαι πέρα από αυτό, με κάποιο τρόπο περιβάλλεσαι από αυτό».

Ακόμη, υπογράμμισε ότι για εκείνον αποτελούσε πρόκληση το να εντοπίσει τη λεπτή γραμμή του να δημιουργήσει το αποδεκτό πορτρέτο ενός προσώπου που βιώνει μια τραγική εμπειρία, χωρίς να καταλήξει να γυρίζει μια «πένθιμη πορνογραφική ταινία». «Πιθανόν ο τρόπος είναι απλά να είσαι ειλικρινής σχετικά με την σύγχυση που προκάλεσε, επειδή το τραύμα είναι κάτι που διαρκεί, δεν επιλύεται» είπε ο σκηνοθέτης.

Καταλήγοντας, τόνισε ότι ο μουσικός έχει ανάμεικτα αισθήματα σχετικά με το τελικό αποτέλεσμα. «Δεν γνωρίζω πώς θα μπορούσε να παρακολουθήσει αυτήν την ταινία με τον τρόπο που ο οποιοσδήποτε από εμάς θα μπορούσε να την δει», πρόσθεσε.