Χρειάστηκε να περάσουν μερικές ημέρες για να καταλαγιάσει μέσα μας η «σκόνη» της συναυλίας των Radiohead στη Φλωρεντία, ώστε να επιχειρηθεί μια σχεδόν αντικειμενική περιγραφή των όσων έλαβαν χώρα στο πάρκο Cascine της πρωτεύουσας της Τοσκάνης. Φοβόμαστε, ωστόσο, πως ο διθύραμβος δεν θα αποφευχθεί. Και γιατί να αποφευχθεί, άλλωστε; Φαίνεται πως είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε τη σχεδόν τέλεια συναυλία.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Οι Radiohead βρέθηκαν στη Φλωρεντία την περασμένη Τετάρτη, 14 Ιουνίου, για την πρώτη συναυλία επί ιταλικού εδάφους στο πλαίσιο της τρέχουσας περιοδείας τους σε Αμερική και Ευρώπη. Με δεδομένο ότι η Φλωρεντία είναι το… «χωριό» μας και οι Radiohead το πιο αγαπημένο μας συγκρότημα σε όλον το Γαλαξία, δεν θα μπορούσαμε να λείπουμε. Ήταν καρμικό.

Η μέρα άρχισε νωρίς, αφού από μερικές ημέρες κυκλοφορούσε η φήμη πως οι πρώτοι που θα βρεθούν στο σημείο της συναυλίας θα πάρουν ειδικά braccialetti (ναι, βραχιολάκια), που θα τους επιτρέψουν την είσοδο στον περιφραγμένο χώρο μπροστά από τη σκηνή. Ο χώρος όπου έγινε η συναυλία βρίσκεται στη δυτική πλευρά της πόλης. Θεωρητικά είναι εύκολα προσβάσιμος με τα πόδια, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο είχαν οριστεί από τους διοργανωτές οι προκαθορισμένες είσοδοι (το κάθε εισιτήριο είχε ένα «χρώμα» εισόδου, εμείς είχαμε κόκκινο, μια ώρα το ψάχναμε) περιέπλεξαν λίγο την κατάσταση.

Γύρω στις 2μ.μ. και μετά από περίπου μια ώρα πεζοπορίας είχαμε πάρει τη θέση μας έξω από την κόκκινη είσοδο, κάτω από τον καυτό ήλιο του ιταλικού Ιουνίου. Μερικά πράγματα που καταλάβαμε: όλοι οι Ιταλοί ξέρουν να δένουν φουλάρια στο κεφάλι με περίτεχνους κόμπους για να προστατευθούν από τον ήλιο – όλοι οι Ιταλοί κολατσίζουν με φρούτα (εμείς είχαμε πάρει κάτι πιτσάκια, κάτι ντοματοψωμάκια, τέσσερα κιλά ο καθένας βάλαμε) – μπορούν εκατοντάδες άνθρωποι που κάθονται σε μπούγιο να κάνουν τακτικές ουρές μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα αν τους ζητηθεί, να μην ξανακούσω αυτό το ούνα φάτσα ούνα ράτσα θα πάθω κρίση. Λίγο πριν από τις 3μ.μ. εμφανίστηκαν δύο ευγενέστατοι κύριοι και μας πέρασαν, τακτικά και με χαμόγελο, τα πολυαναμενόμενα braccialetti. Ήμασταν πια επισήμως V.I.R. (Very Important Radiohead – δικός μας ο τίτλος ευγενείας).

IMG_3899

Λίγο μετά από τις 3μιση οι πόρτες άνοιξαν και αρχίσαμε να μπαίνουμε.

Μάλλον λόγω των πρόσφατων τρομοκρατικών ενεργειών, ο έλεγχος ήταν εξονυχιστικός. Τσάντες, τσέπες, τσαντάκια, θήκες γυαλιών, όλα άνοιξαν και ελέγχθηκαν. Ό,τι απαγορευόταν, δεν έμπαινε όσο κι αν παρακαλούσες. «Αυτό τι είναι;» – «Βιβλίο» – «Έφερες βιβλίο σε συναυλία;» – «Επτά ώρες θα περιμένω, κάτι έπρεπε να κάνω εκτός από το να πεθαίνω από τη ζέστη» – «Δεν έχεις άδικο, άντε καλά να περάσεις» – «Ευχαριστώ» – «Πού πας; Το μεγάλο μπουκάλι απαγορεύεται» – «Μα θα σκάσω» – «Θα στεναχωρηθώ που θα σκάσεις αλλά θα μου περάσει» – «Σταδγιάλα» – «Εσύ και η αδερφή σου» (σχεδόν τρου στόρι).

IMG_3900

Ο συναυλιακός χώρος τεράστιος. Στις δύο πλευρές πάγκοι με φαγητά (ΠΟΛΛΩΝ ειδών, από πανίνι μέχρι τσιμιτσάγκας, τρου στόρι), αλκοόλ και νερά, επίσημο εμπόρευμα της μπάντας και τουαλέτες, τόσο για την πλέμπα όσο και VIP (1/2 token για τη VIP τουαλέτα, δηλαδή 1,5 ευρώ για να κατουρήσεις στα καθαρά – εμείς κρατηθήκαμε). Δώσαμε 15 ευρώ, πήραμε όσα νερά αγοράζαμε με αυτά τα λεφτά (πέντε μπουκαλάκια, μην φανταστείς), δείξαμε το φανταχτερό ροζ βραχιολάκι μας και μπήκαμε στον περιφραγμένο χώρο. Πιάσαμε κάγκελο και καθίσαμε. Η αναμονή είχε αρχίσει.

Ήταν καλοκαίρι. Και ήταν μεσημέρι.

Πιαστήκαμε απ’ το χέρι. Νερό ποιος έχει φέρει;

Καίει το κεφάλι. Με έπιασε μια ζάλη.

Γέμισα και σκόνη – δικό σας.

Οι ώρες πέρασαν με χώματα, γκρίνια, πάλη για να κρατήσουμε τη θέση μας στο κάγκελο, λίγο διάβασμα, πολλή ζέστη, λίγο πότισμα. Γύρω μας, άνθρωποι όλων των ηλικιών – από εκείνους που ήταν ήδη ώριμοι μουσικόφιλοι όταν κυκλοφόρησε το OK Computer σε εκείνους που διαμόρφωσαν το μουσικό τους γούστο παράλληλα με τις κυκλοφορίες των άλμπουμ των Radiohead, σε εκείνους που δεν είχαν ακόμη καν γεννηθεί όταν το τρίτο και πιο γνωστό άλμπουμ της μπάντας σημάδεψε την ιστορία της μουσικής. Παραδίπλα, η μητέρα με το δίχρονο γιο με τα τεράστια κίτρινα ακουστικά.

Λίγο μετά από τις 6μιση ανέβηκε στη σκηνή το πρώτο support, side – project του Jonny Greenwood και του Shye Ben Tzur με τους Rajasthan Express. Μια ώρα αργότερα, ακολούθησε ο James Blake, επιλογές τις οποίες, με σφιγμένη ψυχή, κρίναμε ως “αρκετά κακές”. Μεταξύ μας, ίσως μουσικά να μην ήταν και τόσο άκυροι, ποιος όμως το κατάλαβε; Δεν είναι όλες οι συναυλίες για όλους τους χώρους.

IMG_3908

To main event ξεκίνησε στις 9.25μ.μ., λίγο μετά από τη δύση του ηλίου. Ο ουρανός ήταν ακόμη φωτισμένος από τις τελευταίες ακτίνες του καυτού ήλιου όταν εκατοντάδες φώτα εκτοξεύτηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις, μοιράζοντας τις νότες του «Daydreaming» στο κοινό. Η βραδιά είχε αρχίσει.

IMG_3914

Το setlist τόσο ιδανικό που θα μπορούσαμε να το είχαμε επιλέξει εμείς. Κομμάτια παλιά, κομμάτια καινούργια, όλα τα αγαπημένα, δεμένα μεταξύ τους ιδανικά. Οι μαγικές στιγμές πολλές: «kill me Sarah, kill me again with love, it’s going to be a glorious day – pull me out of the air crash» τραγούδησαν εν χορώ 50.000 άνθρωποι, πριν εκραγούν με το Everything in its right place, παραληρήσουν με το Let Down, αγαπήσουν με το Weird Fishes, κλάψουν με το Exit Music (for a film).

Πού και πού, με σπασμένα ιταλικά ο Thom Yorke απευθυνόταν στο κοινό. «Όλα καλά;» – «Θέλετε κι άλλο;». Πλάι του και πίσω του, ο Ed, κιθαριστικό και φωνητικό ταίρι, ο Jonny και τα πολλά όργανα που χειρίζεται/παίζει, ο Colin, μπάσο και καρδιά της μουσικής και ο Phil, η ραχοκοκαλιά της. Ποτέ δυόμισι ώρες δεν πέρασαν τόσο γρήγορα.

Τρεις φορές χαιρέτισαν το κοινό: με το Bodysnatchers, το Street Spirit και το Karma Police. Και μια τέταρτη, με μια κιθάρα και τον τελευταίο στίχοι του τελευταίου κομματιού. For a minute there, I lost myself, I lost myself. Για λίγο, χάσαμε τους εαυτούς μας, χάσαμε τους εαυτούς μας. Και άξιζε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ