Φαγώθηκαν όλοι ότι ξεχύθηκαν, λέει, τα παιδιά στους δρόμους για να μαζέψουν Pokemon. Και σκουντουφλάνε στα πεζοδρόμια, και πέφτουν επάνω σε δέντρα, και παρασέρνουν γριές με Π, και όλα μαζί τρέχουν στις γωνίες και χτυπάνε τα κινητά τους με μανία για να πιάσουν όλα τα σπάνια Pokemon και έχουν κολλήσει σε κάτι που δεν υπάρχει.

Ρε, μην είστε σπαστικοί. Αφήστε τον κόσμο να διασκεδάσει. Ότι, δηλαδή, πριν από το Pokemon Go ήμασταν όλοι με ένα βιβλίο στο χέρι και διαβάζαμε φιλοσοφία και Kant. Ή ότι αν παίζεις αυτή τη χαζομάρα δεν θα ανακαλύψεις, ας πούμε, το φάρμακο για τον καρκίνο ή το εμβόλιο κατά της βλακείας και θα καταστραφεί ο πλανήτης, σε μια τρομακτική ενδόρρηξη που θα σβήσει τον Ήλιο.

Μήπως ήταν καλύτερα που έπαιζαν Έξ-μποξ ή Νιντέντο κλεισμένα μέσα στο σπίτι χωρίς να τα βλέπει το φως του ήλιου; Τουλάχιστον τώρα βγαίνουν έξω. Ναι, κινδυνεύουν λίγο να τα πατήσουν αυτοκίνητα ή να πάθουν καμία διάσειση από χτύπημα κεφαλιού σε κλαδί δέντρου (ή, τέλος πάντων, να χτυπήσουν κανένα δέντρο και να τα κυνηγάει η Greenpeace) αλλά βγήκαν έξω. Κι αυτό κάτι είναι. Άσε που αναγκάζονται να μιλήσουν και σε αγνώστους για να διαπραγματευτούν το ποιος θα πάρει το κάθε Pokemon. Είναι κι αυτό μια κάποια λύσις*.

 

*Με ενημερώνουν από το κοντρόλ πως δεν παίζεται έτσι, η περιέργειά μου επισήμως με υποχρεώνει να το κατεβάσω και να το δοκιμάσω. Δεν φταίω, γιατρέ μου, αναγκάστηκα.