Όταν ο ανιψιός μου ήταν τριών χρονών, είχε ζητήσει ένα μεγάλο ρομπότ με τηλεχειριστήριο. Ψάξαμε παντού. Σε πολυκαταστήματα με παιχνίδια, σε λιγοκαταστήματα με παιχνίδια, σε μικρά παιχνιδάδικα, στο Ίντερνετ. Παντού. Βρίσκαμε μικρά ρομπότ με τηλεχειριστήριο, μεγάλα ρομπότ χωρίς τηλεχειριστήριο, τηλεχειριστήρια χωρίς ρομπότ, ξύλινα ρομπότ που δεν κουνιόντουσαν, δηλαδή το δώρο σε όλους τους λάθος συνδυασμούς.

Το εξετάσαμε από εδώ, το εξετάσαμε από εκεί, και αποφασίσαμε πως, τι σκατά. Τριών είναι, δεν θα το καταλάβει.

Του πήραμε λοιπόν ένα μεγάλο ρομπότ με ρόδες – ήταν τόσο μεγάλο που τον περνούσε στο μπόι. Στα γενέθλιά του, του το δώσαμε.

Τσίριξε για λίγο από τη χαρά του όταν είδε το κουτί. Το έσκισε με τα μικρά του, στρουμπουλά χεράκια, το πέταξε σε όλο το σαλόνι, έβγαλε το ρομπότ, το έστησε δίπλα του, επέστρεψε στο κουτί, το σήκωσε, το άφησε κάτω, το ξανασήκωσε, το κοίταξε, το άφησε, το ξανακοίταξε, κοίταξε εμάς, κοίταξε το κομμάτι χαρτί που είχε στα χέρια του, κοίταξε ξανά εμάς…

«Το σιλιστήλιο;;», ρώτησε. «Δεν έχει» του είπαμε, «το σπρώχνεις και τσουλάει».

Δύο ώρες κάναμε να τον συνεφέρουμε. Τελικά του πήραμε ένα μεγάλο ασθενοφόρο και το ρομπότ το κλείσαμε σε μια ντουλάπα για να μην το βλέπει.

Για κάποιο περίεργο λόγο, αυτό το τουίτ του πλανητάρχη μου θύμισε αυτή την ιστορία. Είναι που είμαι περίεργος τύπος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ