Ήμουν μόλις 5 χρονών το 1983 και στη Θεσσαλονίκη όταν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης έκανε το «ελληνικό Woodstock» όπως αποκάλεσαν πολλοί το «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη». Ωστόσο υπό μια έννοια αισθάνομαι σαν να το έζησα κι εγώ.

Οι δίσκοι και τα τραγούδια του Κηλαηδόνη έπαιζαν συνεχώς στο σπίτι μου όταν μεγάλωνα. Το βινύλιο από το «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη» βρίσκεται ακόμη στη δισκοθήκη μου καθώς με το έτσι θέλω οικειοποιήθηκα όλους τους δίσκους των δικών μου. Και, φυσικά, ήταν ένας από τους αγαπημένους μου δίσκους.

Υπήρχε κάτι μαγικό στα τραγούδια του Κηλαηδόνη. Κάτι το οποίο με εξίταρε και ας ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω το τι έλεγε και για ποιο πράγμα μιλούσε. Οπότε όταν, αρκετά χρόνια αργότερα, μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά, δεν υπήρχε περίπτωση να τη χάσω.

Ήταν το 2000, όταν ο Λουκιανός ήρθε στη Θεσσαλονίκη για μια συναυλία στο κάμπινγκ της Επανομής μαζί με τα Ημισκούμπρια, λίγο καιρό μετά τη συνεργασία τους. Ούτως ή άλλως θα πήγαινα στη συναυλία λόγω φιλικής σχέσης με τα Ημισκούμπρια, αλλά η παρουσία του Κηλαηδόνη εκεί ανέβαζε τη φάση σε άλλο επίπεδο. Κανόνισα, λοιπόν, την άδεια από το στρατό για εκείνο το Σαββατοκύριακο, φρόντισα να δανειστώ και αυτοκίνητο αφού δεν είχα ακόμη δικό μου και ήμουν έτοιμος για τη συναυλία που στα μάτια μου έμοιαζε σαν… remake του «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη».

Ήδη από νωρίς, πριν καν ξεκινήσει η συναυλία, φαινόταν ότι θα ήταν ένα από αυτά τα βράδια που σου μένουν. Ποτέ δεν ήμουν εκδηλωτικός στις αντιδράσεις μου και αυτό δεν άλλαξε ούτε και εκείνο το βράδυ. Ωστόσο η αμηχανία μου πρέπει να ήταν εμφανής όταν με σύστησαν στο Λουκιανό.

Δεν είπα πολλά. Άλλωστε δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να τον έπρηζα για το πώς άκουγα τα τραγούδια του μεγαλώνοντας. Κάθισα απλά σε μια γωνιά και τον άκουγα να λέει ιστορίες. Το storytelling που είχε στα τραγούδια του, το είχε γενικώς! Απλός, χαβαλές και χωρίς κόμπλεξ, μας έλεγε για το πώς όταν γυρνούσαν το βίντεο κλιπ για το «Νωρίς» μαζί με τα Ημισκούμπρια, του τηλεφώνησε ο Δ. Μεντζέλος και διστακτικά και σχεδόν ψελλίζοντας τον ρώτησε αν θα ήταν εντάξει με το να του νοικιάσουν μια στολή του Λούκι Λουκ για να φορέσει στο video. «Άσε δεν χρειάζεται, θα φέρω τη δική μου» η αποστομωτική απάντηση.

Μετά ήρθε η ώρα της συναυλίας. Κατεβήκαμε με τον Μιθριδάτη κάτω στον κόσμο για να απολαύσουμε τα κομμάτια, την ώρα που ο Μεντζέλος έμεινε στη σκηνή για να πει μαζί με τον Λουκιανό το «Πού βαδίζουμε κύριοι». Ακόμη και σήμερα και μετά από περί τα 2-3 εκατομμύρια φορές που έχω ακούσει το συγκεκριμένο τραγούδι, εξακολουθώ να μπερδεύω τους στίχους και τα ονόματα και αποτελεί κάτι σαν συνεχή πρόκληση το να μην το μπερδέψω. Όμως, αυτό που άκουγα ήταν τόσο αψεγάδιαστο, που ήταν λες και το ακούγαμε σε play back. Τόσο ο Μεντζέλος όσο και ο Λουκιανός δεν έχασαν λέξη!

Η συναυλία τελείωσε, αλλά η βραδιά μόλις ξεκινούσε. Μπήκαμε στα αυτοκίνητα και γυρίσαμε στη Θεσσαλονίκη. Το ραντεβού είχε δοθεί σε ένα ξενοδοχείο απέναντι από το λιμάνι. Προηγήθηκε μια στάση για τον απαραίτητο… πατσά συνοδεία ρετσίνας και νέου storytelling. Ο Λουκιανός διηγούταν και οι υπόλοιποι ακούγαμε. Και όσο θα έλεγε, εμείς θα ακούγαμε. Δεν έπαιζε το ενδεχόμενο να χαλάσει κάποιος τη στιγμή.

Μετά το φαγητό, μας είπε να πάμε να αράξουμε όλοι μαζί στο ξενοδοχείο. Κανείς δεν είχε σκοπό να χάσει την ευκαιρία. Τον ρωτήσαμε, βέβαια, όλοι αν είναι κουρασμένος και αν θα προτιμούσε να ξεκουραστεί, αλλά νομίζω πως η ερώτηση έγινε περισσότερο για… τυπικούς λόγους. Πιάσαμε δύο μεγάλους καναπέδες, πήραμε και μπύρες, πατατάκια κλπ και μείναμε όλοι εκεί μέχρι τα ξημερώματα. ακούγοντας το Λουκιανό να μας λέει κι άλλες ιστορίες από συναυλίες, διάφορες άλλες φάσεις, αλλά και… ανέκδοτα!

Φεύγοντας το πρωί, είχα αποκτήσει ένα νέο σεβασμό για έναν άνθρωπο τον οποίο σεβόμουν ως τότε κρίνοντας από τα τραγούδια του. Ωστόσο η απλότητα και το πόσο ανοιχτός ήταν, ήταν κάτι που δεν θα μπορούσα να φανταστώ εκ των προτέρων, όσο και αν με είχαν προϊδεάσει για αυτό. Ήταν μοναδικός, ιδιαίτερος και ξεχωριστός. Όπως μοναδική, ιδιαίτερη και ξεχωριστή ήταν και η μουσική του…

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ